Fernand Braudel Center, Binghamton University

http://fbc.binghamton.edu/commentr.htm

 

Σχόλιο 139, 15 Ιουνίου 2004

Η Τουρκία στην Ευρώπη; 

Του Immanuel Wallerstein

Είναι η Τουρκία ευρωπαϊκή; Θα γίνει η Τουρκία δεκτή ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης; Αυτό το ερώτημα, το οποίο διατηρείται για τουλάχιστον είκοσι (αν όχι πενήντα) χρόνια, δεν μοιάζει να συγκεντρώνει μεγάλο ενδιαφέρον εκτός Τουρκίας και, σε μικρότερο βαθμό, εκτός Δυτικής Ευρώπης. Παρ’ όλα αυτά, είναι ένα από τα πιο σπουδαία γεωπολιτικά θέματα των ερχόμενων δεκαετιών.

Μια εμπεριστατωμένη απάντηση σε αυτή την ερώτηση θα όφειλε να ξεκινήσει από το 16ο αιώνα, όταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν στο απόγειο της δόξας και της σπουδαιότητάς της, υπό τον Σουλεϊμάν το Μεγαλοπρεπή. Εκείνη την εποχή η Οθωμανική Αυτοκρατορία έμοιαζε να είναι η αντι-Ευρώπη, μια μουσουλμανική αυτοκρατορία που εξαπλωνόταν παντού, ακόμη και μέσα στη χριστιανική Ευρώπη. Όχι μόνο έλεγχε αυτό που σήμερα θεωρούμε αραβικό κόσμο, αλλά και κατακτούσε όλη τη νοτιοανατολική Ευρώπη. Το αποκορύφωμα ήρθε το 17ο αιώνα, κατά το λεγόμενο
«Türkenjahr»* , όταν ο Αψβούργος αυτοκράτορας κατόρθωσε να αντιμετωπίσει επιτυχώς τη δεύτερη πολιορκία της Βιέννης, στο κέντρο της Ευρώπης, που επιχείρησαν οι Οθωμανοί. Ύστερα από αυτό, η Οθωμανική Αυτοκρατορία άρχισε να υποχωρεί σταδιακά και το 19ο αιώνα έφτασε να θεωρείται ο «ασθενής της Ευρώπης». Όμως, σημειώστε, την αποκαλούσαν ασθενή «της Ευρώπης».

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία τελικά κατέρρευσε στο πέρασμα του A΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Ο στρατιωτικός ήρωας της μάχης των Δαρδανελίων το 1915, ο Μουσταφά Κεμάλ (που αργότερα ονομάστηκε Ατατούρκ, πατέρας του τουρκικού λαού), ίδρυσε το 1919 ένα εθνικό απελευθερωτικό κίνημα, αφοσιωμένο στη δημιουργία τουρκικής δημοκρατίας, εθνικιστικής και κοσμικής. Το 1922 το Οθωμανικό Σουλτανάτο καταργήθηκε. Το 1923 ανακηρύχθηκε η Τουρκική Δημοκρατία, με πρόεδρο τον Ατατούρκ. Kαι το 1924 το χαλιφάτο, δηλαδή η θρησκευτική αρχή την οποία αντιπροσώπευε ο Οθωμανός σουλτάνος, καταργήθηκε κι αυτό. (Όταν το 2001 ο Οσάμα μπιν Λάντεν αναφέρθηκε στα 80 χρόνια μουσουλμανικής ταπείνωσης, ανήγαγε την αρχή της στην κατάργηση του χαλιφάτου.)

Το πρόγραμμα του Ατατούρκ ήταν αταλάντευτα «εξευρωπαϊστικό»: μετασχηματισμός του νομικού συστήματος, απελευθέρωση των γυναικών, κατάργηση των θρησκευτικών συμβόλων (όπως το φέσι) και, πάνω από όλα, «κρατισμός» (ο κεντρικός ρόλος του κράτους στη ζωή των ανθρώπων). Εξευρωπαϊσμός αλλά όχι φιλοευρωπαϊσμός, με την έννοια ότι η Tουρκική Δημοκρατία ήταν σθεναρά αντιιμπεριαλιστική και έπαιξε ανάλογο ρόλο στην Κοινωνία των Εθνών με εκείνον που αργότερα θα έπαιζε η Ινδία στα Ηνωμένα Έθνη: του μόνιμου επικριτή της αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού. Ενώ οι σχέσεις με τη Σοβιετική Ένωση ήταν αρχικά καλές (κοινά αντιιμπεριαλιστικά αισθήματα), χειροτέρεψαν σοβαρά στην περίοδο του Mεσοπολέμου. Και στο B΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η Τουρκία παρέμεινε ουδέτερη, προς μεγάλη δυσφορία των Συμμάχων.

Όταν το 1946 η Μεγάλη Βρετανία ανακοίνωσε την πολιτική της απόσυρση από τη Μέση Ανατολή, οι Ηνωμένες Πολιτείες ανέλαβαν τα ηνία. Το Δόγμα Τρούμαν έθεσε τις ΗΠΑ κατηγορηματικά στο πλευρό των κυβερνήσεων της Ελλάδας και της Τουρκίας μπροστά σε εκείνο που αυτές, όπως και οι ΗΠΑ, θεωρούσαν σοβιετική απειλή. Συνεπώς, όταν ιδρύθηκε το ΝΑΤΟ το 1949, φαινόταν αυτονόητο ότι η Τουρκία θα γινόταν μέλος. Όταν δε τα Ηνωμένα Έθνη απηύθυναν έκκληση για στρατεύματα σε βοήθεια της Νότιας Κορέας το 1950, η Τουρκία ανταποκρίθηκε με σημαντική συνεισφορά. Την εποχή εκείνη η Τουρκία είχε αλλάξει πολιτιστικό μοντέλο εξευρωπαϊσμού, εγκαταλείποντας αυτό της Γαλλίας (που αρχικά είχε επιλέξει στη δεκαετία του ’20) για εκείνο των ΗΠΑ.

Όταν το κόμμα που ίδρυσε ο Ατατούρκ άρχισε να χάνει ισχύ για πρώτη φορά στην περίοδο μετά το 1945, οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις πέρασαν στο προσκήνιο ως κύριος εγγυητής του κοσμικού εθνικισμού και κρατικισμού (δηλαδή μιας ομογενοποιημένης ιακωβίνικης εκδοχής του ρόλου του κράτους). Στη δεκαετία του ’70 η τότε Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα άρχισε να επεκτείνεται προς τη Νότια Ευρώπη και η Τουρκία έδειξε ενδιαφέρον, αλλά αυτό προσπεράστηκε. Δεν είναι βέβαιο όμως ότι και η ίδια η Τουρκία ανυπομονούσε ιδιαίτερα να γίνει μέλος της Ευρώπης εκείνη τη χρονική στιγμή.

Η Τουρκία αναλωνόταν στα εσωτερικά της προβλήματα: στο στρατό, που είχε καταλάβει την εξουσία σε αρκετές περιπτώσεις, στην εξελισσόμενη εξέγερση του μεγάλου κουρδικού πληθυσμού στη νοτιοανατολική Τουρκία και στην απαρχή μιας ισλαμικής αναβίωσης. Για το μέσο Τούρκο, και ειδικότερα για τις ένοπλες δυνάμεις, Κούρδοι δεν υπήρχαν. Υπήρχαν μόνο Τούρκοι, και δεν ήταν διατεθειμένοι να επιτρέψουν οποιαδήποτε αναγνώριση ομαδικών δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων και των γλωσσικών. Οι ένοπλες δυνάμεις κατέπνιξαν την εξέγερση, με πολύ μεγάλο κόστος. Δεν ήταν διατεθειμένες να κάνουν υποχωρήσεις ούτε προς τους ισλαμιστές, οι οποίοι δέχονταν επίσης καταπίεση. Η εποχή εκείνη όμως ήταν εποχή αυξανόμενης ανησυχίας στη Δυτική Ευρώπη σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα. Το πρότυπο της βάναυσης καταπίεσης και της συχνής ανάληψης της εξουσίας από το στρατό φαινόταν στην Ευρώπη απαράδεκτο για μια χώρα που φιλοδοξούσε να ενσωματωθεί στους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Υπήρχε και ένας δεύτερος παράγοντας. Στη δεκαετία του ’50 η Δυτική Ευρώπη χρειάστηκε την εισροή εργατών για να συντηρήσει τις αναπτυσσόμενες βιομηχανίες. Στράφηκε, λοιπόν, συγκεκριμένα στους Τούρκους. Αυτό ίσχυε ιδιαίτερα για τη Γερμανία, η οποία διατηρούσε ένα μεγάλο πρόγραμμα για μετανάστες εργάτες ( Gastarbeiter ). Αλλά στη δεκαετία του ’70, με το ξεκίνημα της Β΄ φάσης Kondratieff** και, συνεπώς, της αυξημένης ανεργίας, τόσο οι κυβερνήσεις όσο ο λαός άρχισαν να πιστεύουν ότι οι Τούρκοι έπρεπε να γυρίσουν στην πατρίδα τους. Όμως εκείνη την εποχή υπήρχαν ήδη Τούρκοι δεύτερης γενιάς στη Γερμανία, όπως και αλλού στη Δυτική Ευρώπη, οι οποίοι θεωρούσαν τους εαυτούς τους γέννημα-θρέμμα των χωρών που τους φιλοξενούσαν. Επιθυμούσαν όχι μόνο να παραμείνουν εκεί, αλλά και να απολαμβάνουν τα πλήρη δικαιώματα των πολιτών. Με την παραμονή των Τούρκων στη Δυτική Ευρώπη και την έλευση άλλων τόσων Βορειοαφρικανών μεταναστών (ειδικότερα, αλλά όχι αποκλειστικά, στη Γαλλία), το ποσοστό του μουσουλμανικού πληθυσμού άρχισε να σημειώνει αξιοσημείωτη άνοδο. Και όσο ο ισλαμισμός κέρδιζε σε επιρροή ανάμεσα στους μετανάστες, έντονες πολιτιστικές (και πολιτικές) διαμάχες άρχισαν να παίζουν σημαντικό ρόλο στην καθημερινή ζωή της Δυτικής Ευρώπης.

Τη δεκαετία του ’90, μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, η Δυτική Ευρώπη στράφηκε στη θεσμική ενσωμάτωση της ανατολικής-κεντρικής Ευρώπης, και η Τουρκία ετίθεντο κατ’ επανάληψη σε δεύτερη μοίρα σε σχέση με τις χώρες αυτές. Εν τω μεταξύ, κάτι το αξιοσημείωτο συνέβη στην Τουρκία: Ένα ισλαμικό κίνημα ανέλαβε την εξουσία. Ήταν όμως ένα ασυνήθιστα «μετριοπαθές» ισλαμικό κίνημα, το οποίο έδειχνε πιο ενθουσιώδες σχετικά με την ένταξη στην ΕΕ απ’ ό,τι οι στρατιωτικοί κρατιστές. Οι ισλαμιστές της κυβέρνησης είδαν την Ευρώπη ως εγγύηση για τα πολιτικά τους δικαιώματα. Το ίδιο και οι Κούρδοι. Οι ΗΠΑ επίσης ήθελαν την ένταξη της Τουρκίας στην Ευρώπη, αντιμετωπίζοντάς την ως γεγονός που θα απέτρεπε τους Τούρκους να αποσπαστούν από τη Δύση και –συνεπώς– από τις ΗΠΑ.

Με την προοπτική της πραγματικής ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ να διαφαίνεται στον ορίζοντα, κάποιοι Δυτικοευρωπαίοι ηγέτες άρχισαν να αρθρώνουν τους φόβους τους, και ειδικότερα οι Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εσταίν και Χέλμουτ Κολ, οι οποίοι δήλωσαν ανοιχτά ότι η Τουρκία δεν ταίριαζε στην Ευρώπη. Αυτό που εννοούσαν, φυσικά, ήταν ότι η ένταξη της Τουρκίας στην Ευρώπη ξαφνικά θα αύξανε σημαντικά το ποσοστό των μουσουλμάνων στην ήπειρο. Στο χρονικό εκείνο σημείο η Γαλλία απαγόρευσε στα κορίτσια να φορούν τη μουσουλμανική μαντίλα στο σχολείο. Οι πολιτικοί σε όλη την Ευρώπη άρχισαν να ανταποκρίνονται ανοιχτά στους αντι-μουσουλμανικούς φόβους.

Ξαφνικά το θέμα οξύνθηκε για την Ευρώπη και την Τουρκία. Για την Ευρώπη, το θέμα είναι αν θα βασίσει το μέλλον της στο χριστιανικό ή στον κοσμικό πολιτισμό. Πρέπει να σημειωθεί ότι αυτή την ώρα οι Ευρωπαίοι διεξάγουν σκληρές συζητήσεις για το αν το νέο σύνταγμα θα περιλαμβάνει συγκεκριμένη αναφορά στη χριστιανική κληρονομιά της Ευρώπης, κάτι για το οποίο πιέζει πολύ το Βατικανό. Οι σπόροι της κλιμακούμενης εσωτερικής αναταραχής εξαρτώνται από το βαθμό στον οποίο η Ευρώπη θα μπορέσει ή όχι να βρει τρόπους να δημιουργήσει πολιτιστικό χώρο για τον αναπόφευκτα αυξανόμενο μουσουλμανικό πληθυσμό. Η ένταξη της Τουρκίας ερμηνεύεται από κάποιους ως κλίση της ζυγαριάς προς την κατεύθυνση της αυξανόμενης αναταραχής. Άλλοι όμως την ερμηνεύουν ως έναν από τους καλύτερους τρόπους για να ξεπεραστεί η αναταραχή.

Εν τω μεταξύ, στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, όπως αρέσκεται να την αποκαλεί η κυβέρνηση Μπους, μια απόρριψη της Τουρκίας από την Ευρώπη μπορεί να προσθέσει ένα σημαντικό συντελεστή στην εξίσωση. Η Τουρκία είναι μεν μουσουλμανική, αλλά είναι και η διάδοχος της οθωμανικής κυριαρχίας πάνω στον αραβικό κόσμο, οπότε οι αραβικοί πληθυσμοί και τα αραβικά κράτη τη βλέπουν με μεγάλη καχυποψία από τη στιγμή που ανεξαρτητοποιήθηκαν. Από την άλλη πλευρά, αν η Τουρκία αποκλειστεί τελεσίδικα από την Ευρώπη, είναι πολύ πιθανό ο τωρινός «μετριοπαθής» ισλαμισμός, που διάκειται θετικά απέναντι στην Ευρώπη, να δώσει τη θέση του σε μια λιγότερο «μετριοπαθή» εκδοχή του, κάτι που θα είχε σημαντικό αντίκτυπο και στην Ευρώπη. Η θέση της Τουρκίας στην Ευρώπη δεν είναι μια ασήμαντη ερώτηση.

[Copyright: Immanuel Wallerstein. All rights reserved.

Επιτρέπεται η μεταφόρτωση, η ηλεκτρονική προώθηση και η αποστολή με e - mail σε άλλους και η καταχώρηση του κειμένου αυτού σε διαδικτυακούς τόπους μη εμπορικών κοινοτήτων, υπό τον όρο ότι το δοκίμιο παραμένει άθικτο και επιδεικνύεται το σημείωμα περί πνευματικών δικαιωμάτων. Για να μεταφράσετε το κείμενο αυτό, να το εκδώσετε σε έντυπη και/ή άλλες
μορφές, περιλαμβανομένων εμπορικών διαδικτυακών τόπων και αποσπασμάτων, επικοινωνήστε με το συγγραφέα: iwaller @binghamton .edu , fax : 1-203-432-6976.
Τα ερμηνευτικά αυτά σχόλια, που δημοσιεύονται ανά δεκαπενθήμερο, έχουν ως σκοπό να αποτελέσουν σκέψεις για τη σύγχρονη παγκόσμια σκηνή, ιδωμένη από την προοπτική όχι των τρεχουσών επικεφαλίδων αλλά από μια μακροπρόθεσμη σκοπιά.]

*Έτος των Τούρκων. [Σ.τ.M.]

**Οι κύκλοι (ή κύματα) Kondratieff , από το όνομα ενός Σοβιετικού οικονομολόγου, αφορούν τις διακυμάνσεις τιμών σε σχέση με τις πολύ μακροπρόθεσμες τάσεις της οικονομίας. Οι κύκλοι αυτοί περιγράφουν μια φάση ανάπτυξης (Φάση Α΄) και μια φάση ύφεσης (Φάση Β΄), η καθεμία διάρκειας περίπου 25 ως 35 ετών.