Fernand Braudel Center, Binghamton University

http://fbc.binghamton.edu/commentr.htm

 

Σχόλιο 143, 15 Αυγούστου 2004

Ο μεταβαλλόμενος γεωπολιτικός ρόλος της Ανατολικής Ασίας

Του Immanuel Wallerstein 

Η Ανατολική Ασία είναι ο «τόπος» τριών χωρών, της Κίνας, της Κορέας και της Ιαπωνίας, οι οποίες έχουν μακρές και αλληλένδετες πολιτισμικές κληρονομιές. Μέχρι το 19o αιώνα, στο βαθμό που οι χώρες αυτές είχαν επίγνωση της ύπαρξης του ευρωπαϊκού κόσμου, η Ευρώπη ήταν ένα μακρινό, όχι πολύ ενδιαφέρον και ούτε ιδιαίτερα σημαντικό μέρος του πλανήτη. Το 19ο αιώνα τούτος ο μακρινός κόσμος οργανώθηκε με τη μορφή της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας, εισχώρησε ξαφνικά στην Ανατολική Ασία και με δυναμικά μέσα ενέταξε την περιοχή στα οικονομικά και πολιτικά δίκτυά του. Από τη σκοπιά των κυρίαρχων στρωμάτων και χωρών του παγκόσμιου συστήματος, η Ανατολική Ασία θεωρείτο απλώς άλλη μια περιοχή που θα λειτουργούσε ως ζώνη παραγωγής περιφερειακών προϊόντων στο πλαίσιο του διαχωρισμού της εργασίας σε άξονες μέσα στην παγκόσμια οικονομία.

Περιττό να αναφέρουμε ότι οι κάτοικοι της Ανατολικής Ασίας δεν ήταν ευχαριστημένοι με το δευτερεύοντα ρόλο τους στο πλαίσιο του παγκόσμιου συστήματος στο οποίο είχαν ενταχθεί. Η Ιαπωνία ξεκίνησε πολύ νωρίς να προσπαθεί να ανατρέψει την κατάσταση με την παλινόρθωση Μέιτζι. Προσπάθησε να αποκτήσει τις δεξιότητες και να δημιουργήσει τους απαραίτητους εσωτερικούς θεσμούς που θα της επέτρεπαν να μετατρέψει το ρόλο της στην παγκόσμια κατανομή εργασίας στην οποία βρέθηκε ενταγμένη. Η Κίνα ξεκίνησε την προσπάθειά της για ανατροπή λίγο αργότερα, αρχικά με την Επανάσταση του 1911 και μετέπειτα με τη Μεγάλη Πορεία του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Η προσπάθεια για ανατροπή από μέρους της Κορέας καθυστέρησε λόγω της αποικιοποίησής της από την Ιαπωνία και δεν ξεκίνησε πριν από το 1945.

Με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πόλεμου και οι τρεις χώρες έπαιζαν ακόμα δευτερεύοντα ρόλο στο σύγχρονο παγκόσμιο σύστημα. Οι ΗΠΑ είχαν πλέον γίνει η ηγεμονική δύναμη αυτού του συστήματος. Διέθεταν την πλεονεκτικότερη οικονομική θέση και τη δυνατότερη στρατιωτική μηχανή. Ο μόνος σοβαρός στρατιωτικός και ιδεολογικός αντίπαλός τους ήταν η Σοβιετική Ένωση. Για τη διατήρηση της ειρήνης, η οποία ήταν προς το συμφέρον και των δύο χωρών, οι ΗΠΑ και η Σοβιετική Ένωση έκαναν ένα σιωπηρό διακανονισμό, που ονομάστηκε μεταφορικά συμφωνία της Γιάλτας. Συμφώνησαν να διαιρέσουν τον κόσμο σε δύο τμήματα και να διατηρήσουν τα σύνορα αυτών των δύο ζωνών ανέπαφα. Επίσης αποφάσισαν να ακολουθήσουν τους δύο διαφορετικούς τους οικονομικούς δρόμους (ως εκ τούτου η Σοβιετική Ένωση αυτόνομα αποσύρθηκε από τις συναλλαγές της παγκόσμιας οικονομίας). Συμφώνησαν, τέλος, να αναμειχθούν σε ένα ρητορικό, αλλά αυστηρά μη βίαιο αγώνα που ονομάστηκε Ψυχρός Πόλεμος. Ο σκοπός της ρητορικής για κάθε πλευρά ήταν λιγότερο η αλλαγή του γεωπολιτικού στάτους κβο και περισσότερο η διατήρησή του, με την καθεμία να κρατά τους σύμμαχους και δορυφόρους της στην ίδια γραμμή.

Και τις τέσσερις φορές που ο διακανονισμός της Γιάλτας τέθηκε σε δοκιμασία –αποκλεισμός του Βερολίνου, πόλεμος της Κορέας, διαμάχη Κουεμόυ-Ματσού και κρίση της Κούβας– οι κρίσεις έληξαν με εκεχειρία από το ξεκίνημά τους. Η συμφωνία της Γιάλτας έμοιαζε να δουλεύει καλά. Και τότε ξαφνικά αντιμετώπισε προβλήματα. Δύο σημαντικές εξελίξεις ακύρωσαν το διακανονισμό της Γιάλτας και κατά προέκταση και την ηγεμονία των ΗΠΑ. Η πρώτη ήταν η αξιοσημείωτη οικονομική άνοδος της Δυτικής Ευρώπης και της Ιαπωνίας. Έως τα μέσα του ’60 οι ΗΠΑ είχαν απολέσει την οικονομική τους ανωτερότητα από τις παραγωγικές επιχειρήσεις αυτών των δύο ζωνών. Η Δυτική Ευρώπη και η Ιαπωνία δεν μπορούσαν απλώς να ανταγωνίζονται αποδοτικά τις ΗΠΑ στις εγχώριες αγορές τους, αλλά μπορούσαν να τις ανταγωνίζονται ακόμα και στην αγορά των ΗΠΑ όπως και στον υπόλοιπο κόσμο. Η Δυτική Ευρώπη και η Ιαπωνία δεν ήταν πλέον οικονομικά εξαρτημένες από την καλή θέληση της κυβέρνησης των ΗΠΑ. Είχαν γίνει μεγάλοι οικονομικοί αντίπαλοι και συνεπώς μπορούσαν να επιδιώκουν την πολιτική τους αυτονομία.

Η δεύτερη αλλαγή ήταν η απροθυμία κάποιων μεγάλων χωρών αυτού που είχε πια επονομαστεί Τρίτος Κόσμος, ή Νότος, να δεχτούν τις διευθετήσεις της Γιάλτας σχετικά με το στάτους κβο. Η πρώτη ήταν η Κίνα, στην οποία οι Κινέζοι κομμουνιστές, αψηφώντας τον Στάλιν, προχώρησαν προς τη Σανγκάη και εδραίωσαν την κυριαρχία τους. Αλλά η Κίνα δεν ήταν ο μοναδικός αντάρτης. Η Κούβα, η Αίγυπτος, η Αλγερία και πρωτίστως το Βιετνάμ αμφισβήτησαν την αμερικανοκρατούμενη τάξη πραγμάτων. Σε αυτή τους την πορεία δεν είχαν πραγματική υποστήριξη από τη Σοβιετική Ένωση, η οποία συνήθως περιόριζε το ρόλο της στη ρητορική και σε ελάχιστη χρηματική ενίσχυση. Παρ’ όλα αυτά, το Βιετνάμ, μια μικρή χώρα, μπόρεσε όχι μόνο να αντισταθεί στις ΗΠΑ στην πράξη αλλά και να τις νικήσει στον πόλεμο. Ήταν ένας απίστευτος άθλος, που μεταμόρφωσε το παγκόσμιο σύστημα.

Σε αυτό το σημείο, στις αρχές του ’70, μπορούμε να διακρίνουμε την απαρχή της αργής αλλά διαρκούς υποχώρησης της δύναμης των ΗΠΑ, το τέλος της αληθινής τους ηγεμονίας. Η ιστορία των επόμενων 30 χρόνων, από το 1970 έως το 2000, ήταν η ιστορία της προσπάθειας των ΗΠΑ να επιβραδύνουν την απώλεια της δύναμής τους μέσα στο παγκόσμιο σύστημα. Για την Ανατολική Ασία αυτή ήταν μια περίοδος τεράστιας οικονομικής ανάπτυξης, πρώτα στην Ιαπωνία, μετά στους λεγόμενους «τέσσερις δράκους» (Νότια Κορέα, Ταϊβάν, Χονγκ Κονγκ και Σιγκαπούρη) και κατόπιν στην ηπειρωτική Κίνα.

Η έλευση του Τζωρτζ Μπους του νεότερου στο Λευκό Οίκο και η επίθεση της 11ης του Σεπτέμβρη, η οποία νομιμοποίησε τους νεοσυντηρητικούς της κυβέρνησης Μπους να πραγματοποιήσουν το πρόγραμμά τους, που περιλάμβανε τη μονομερή στρατιωτική ανάμιξη, οδήγησαν στην εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ το 2003. Ο πόλεμος στο Ιράκ αποτέλεσε μεγάλο φιάσκο για τις ΗΠΑ – διπλωματικά, πολιτικά, οικονομικά, ακόμη και στρατιωτικά. Πρόθεση των νεοσυντηρητικών ήταν να ενδυναμώσουν τη θέση των ΗΠΑ στο παγκόσμιο σύστημα και να αποκαταστήσουν την ηγεμονία τους. Το αποτέλεσμα ήταν ακριβώς το αντίθετο: Οι εξελίξεις στο Ιράκ επίσπευσαν την πορεία της Ευρώπης προς την πολιτική αυτονομία, επιτάχυναν το ρυθμό της εξάπλωσης των πυρηνικών όπλων, κυρίως στη Νότιο Κορέα και στο Ιράν, και, τέλος, έπληξαν βαθιά την πολιτική και ηθική αξιοπιστία των ΗΠΑ.

Γεωπολιτικά αυτό που μπορούμε να περιμένουμε στα επόμενα 20 χρόνια είναι η ανάδυση της Ευρώπης και της Ανατολικής Ασίας στην παγκόσμια σκηνή με δράση ανεξάρτητη από τις ΗΠΑ. Ποια μορφή όμως θα πάρει αυτό στην Ανατολική Ασία; Η οικονομική συνεργασία και ο συντονισμός μεταξύ των τριών χωρών είναι το μικρότερο πρόβλημα. Είναι όλες τους ήδη ισχυροί τόποι συσσώρευσης κεφαλαίου και αναμένεται να γίνουν ακόμη πιο ισχυροί στις ερχόμενες δεκαετίες. Εργαζόμενες μαζί, οι χώρες αυτές θα μπορούσαν να γίνουν η κινητήρια δύναμη της παγκόσμιας οικονομίας. Έχουν να κερδίσουν πολλά και να χάσουν πολύ λίγα από την οικονομική ενοποίηση. Πιθανότατα θα κινηθούν αποφασιστικά προς αυτή την κατεύθυνση.

Οι μεγαλύτερες δυσκολίες είναι πολιτικές. Οι τρεις χώρες έχουν ιστορικές διαφορές μεταξύ τους, οι οποίες είναι ακόμη πολύ σημαντικές για τη συνέχεια των σχέσεών τους. Η Κορέα ακόμη θυμάται την αποικιοποίησή της από την Ιαπωνία. Η Κίνα ακόμη θυμάται την ιαπωνική κατοχή του μεγαλύτερου μέρους της χώρας στις δεκαετίες του ’30 και του ’40. Επιπροσθέτως ο ιαπωνικός εθνικισμός ακόμη τροφοδοτείται από την αίσθηση ότι στην πάροδο των χιλιετιών οι Ιάπωνες υποτιμήθηκαν πολιτιστικά από την Κίνα και την Κορέα. Το δεύτερο μεγάλο πολιτικό πρόβλημα είναι ότι και η Κίνα και η Κορέα είναι ακόμη διχοτομημένες χώρες και η ενοποίησή τους παραμένει σημαντικό και επείγον θέμα. Το τρίτο μεγάλο πολιτικό πρόβλημα αφορά τη μορφή και το μέγεθος της στρατιωτικής δύναμης που η κάθε χώρα θα διαθέτει˙ πιο συγκεκριμένα σε σχέση με τα πυρηνικά όπλα.

Αν η Ανατολική Ασία πρόκειται να παίξει τον οικονομικό ρόλο που μπορεί να παίξει, πρέπει να επιλύσει αυτά τα πολιτικά προβλήματα. Η Κίνα και η Ιαπωνία χρειάζονται η μία την άλλη για να μπορέσουν να αξιοποιήσουν τις οικονομικές δυνατότητές τους. Και θα έφτανα επίσης στο σημείο να συμπληρώσω ότι ακόμη και η Κίνα μαζί με την Ιαπωνία δεν μπορούν να καταφέρουν κάτι τέτοιο χωρίς την Κορέα. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να λάβει χώρα μια μεγάλη εσωτερική διαπραγμάτευση στην Ανατολική Ασία, όπως αυτή που πραγματοποιήθηκε στη Δυτική Ευρώπη στο τελευταίο μισό του αιώνα. Και εδώ φυσικά βρίσκεται το σημείο της αβεβαιότητας.

Αν καταφέρουν αυτές οι τρεις χώρες να αφήσουν τις ιστορικές διαφορές πίσω τους (καθόλου απίθανη περίπτωση), αν μπορέσουν η Κορέα και η Κίνα να βρουν τις φόρμουλες που θα επιτρέψουν την πολιτική επανένωση των χωρών τους κι αν οι τρεις χώρες πάρουν ξεκάθαρες αποφάσεις για τη στρατιωτική τους ανάπτυξη και ίσως και τη στρατιωτική τους συνεργασία, τότε η Ανατολική Ασία θα είναι μια ανυπέρβλητη δύναμη της παγκόσμιας πολιτικής τον 21ο αιώνα.

Τότε θα έχουν να πάρουν τρεις μεγάλες πολιτικές αποφάσεις: 1) ποια θα είναι η σχέση τους με τις ΗΠΑ, 2) ποια θα είναι η σχέση τους με τις χώρες που βρίσκονται στην κοντινή τους περίμετρο (συγκεκριμένα στη Νοτιοανατολική Ασία) αλλά και στην απομακρυσμένη περίμετρό τους (Νότια και Νοτιοδυτική Ασία), 3) ποια θέση θα πάρουν στην αντιπαράθεση Βορρά-Νότου στις επόμενες δεκαετίες. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι αυτά είναι ακριβώς τα ίδια θέματα που θα αντιμετωπίσει η Ευρώπη στις ερχόμενες δεκαετίες (αν και οι περίμετροι είναι διαφορετικές).

Στη διάρκεια των τελευταίων 50 ετών, οι αγώνες και οι αντιπαραθέσεις που έλαβαν χώρα μέσα στο παγκόσμιο σύστημα προσδιορίστηκαν και περιορίστηκαν από τις ΗΠΑ (και του ενεργούντος βάσει μυστικής συνεννόησης ψευτοαντιπάλου τους, της Σοβιετικής Ένωσης). Στα επόμενα 50 χρόνια θα βρεθούμε όλοι μας σε έναν κόσμο που θα αποτελείται κυριολεκτικά από πολλούς πόλους. Επίσης όλοι μας θα ζήσουμε τη μετάβαση από ένα παγκόσμιο σύστημα που βασίζεται στην παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία σε κάποιο παγκόσμιο σύστημα άλλου τύπου, το οποίο έως τώρα δεν έχει αποφασιστεί ούτε και προσδιοριστεί. Η Ανατολική Ασία θα έχει κεντρικό ρόλο σε αυτήν τη διαδικασία, αλλά δεν θα είναι μόνη της.

[Copyright: Immanuel Wallerstein. All rights reserved.

Επιτρέπεται η μεταφόρτωση, η ηλεκτρονική προώθηση και η αποστολή με e-mail σε άλλους και η καταχώρηση του κειμένου αυτού σε διαδικτυακούς τόπους μη εμπορικών κοινοτήτων, υπό τον όρο ότι το δοκίμιο παραμένει άθικτο και επιδεικνύεται το σημείωμα περί πνευματικών δικαιωμάτων. Για να μεταφράσετε το κείμενο αυτό, να το εκδώσετε σε έντυπη και/ή άλλες μορφές, περιλαμβανομένων εμπορικών διαδικτυακών τόπων και αποσπασμάτων, επικοινωνήστε με το συγγραφέα: iwaller@binghamton.edu , fax: 1-203-432-6976.
Τα ερμηνευτικά αυτά σχόλια, που δημοσιεύονται ανά δεκαπενθήμερο, έχουν ως σκοπό να αποτελέσουν σκέψεις για τη σύγχρονη παγκόσμια σκηνή, ιδωμένη από την προοπτική όχι των τρεχουσών επικεφαλίδων αλλά από μια μακροπρόθεσμη σκοπιά.]